Ο κριτικός λόγος για το έγκλημα, την κοινωνική απόκλιση και τη διαχείρισή τους

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Χριστόφορος Γεωργοπουλος. Κατασκευάζοντας συναίνεση: Όταν ο Foucault συνάντησε τον Chomsky.



Χριστόφορος Γεωργοπουλος. Κατασκευάζοντας συναίνεση: Όταν ο Foucault συνάντησε τον Chomsky. 
Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από την συζήτηση των Foucault και Chomsky στην δημόσια τηλεόραση της Ολλανδίας (NOS) ΤΟ 1971 και είναι διαθέσιμο στο βιβλίο της βραβευμένης ταινίας των Peter Wintonick και Mark Achbar «Κατασκευάζοντας Συναίνεση: O Noam Chomsky και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας», 2η έκδοση, Παρατηρητής, σελ. 31-33. Είναι η πρώτη φορά που παραθέτουμε αυτούσιο κάποιο απόσπασμα συζήτησης- διαλόγου. Θεωρούμε πως όταν δύο τόσο μεγάλοι μιλούν για ζητήματα ταξικού προσδιορισμού της έννοιας της δικαιοσύνης, ορίζουν την δημοκρατία, διατυπώνουν απόψεις για την ανθρώπινη φύση και το όραμα τους για ριζικές κοινωνικές αλλαγές, τα δικά μας σχόλια περιττεύουν. Ο καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα από μία, αναμφίβολα, ιστορική συνάντηση δύο εκ των κορυφαίων σύγχρονων διανοητών.
-Foucault: Η δημιουργικότητα είναι δυνατή μόνο σ’ ένα σύστημα κανόνων. Το πρόβλημα που έχω- και δεν συμφωνώ πλήρως με τον κ. Chomsky-  είναι όταν τοποθετεί αυτούς τους περιορισμούς στον εγκέφαλο ή στην ανθρώπινη φύση. Αναρωτιέμαι αν το σύστημα του καθορισμού των περιορισμών, που καθιστά δυνατή την επιστήμη δεν μπορεί να βρεθεί εκτός του ανθρώπινου εγκεφάλου, στις κοινωνικές δομές, στις σχέσεις παραγωγής, στους ταξικούς αγώνες κλπ.
-Chomsky: Αν είναι σωστό, όπως πιστεύω ότι είναι, ότι ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης είναι η ανάγκη για δημιουργική εργασία ή δημιουργική έρευνα, για ελεύθερη δημιουργία χωρίς τα αυθαίρετα περιοριστικά αποτελέσματα καταπιεστικών θεσμών, τότε βέβαια συνεπάγεται ότι μία αξιοπρεπής κοινωνία θα μεγιστοποιούσε τις δυνατότητες πραγμάτωσης αυτού θεμελιώδους χαρακτηριστικού. Έτσι, ένα ομοσπονδιοποιημένο σύστημα ελεύθερων ενώσεων που να ενσωματώνει τόσο οικονομικούς όσο και κοινωνικούς θεσμούς θα αποτελούσε αυτό στο οποίο αναφέρομαι με τον όρο «αναρχοσυνδικαλισμός». Και μου φαίνεται ότι αυτή είναι η κατάλληλη μορφή οργάνωσης για μια προηγμένη τεχνολογικά κοινωνία, στην οποία τα ανθρώπινα όντα δεν θα πρέπει να ωθούνται στην θέση των εργαλείων, στην θέση των γραναζιών μίας μηχανής. Κοιτώντας την εποχή στην οποία βρισκόμαστε, μου φαίνεται ότι το παρόν επίπεδο της τεχνολογίας μας δίνει τεράστιες δυνατότητες για να εξαλείψουμε τους καταπιεστικούς θεσμούς. Λέγεται συχνά ότι η προηγμένη τεχνολογία κάνει επιτακτική την παραχώρηση του ελέγχου των θεσμών στα χέρια μικρών διευθυντικών ομάδων. Αυτό είναι μία τέλεια ανοησία. Αυτό που μπορεί πρώτα από όλα να κάνει ο αυτοματισμός είναι να απαλλάξει τους ανθρώπους από τεράστια ποσότητα βλακώδους εργασίας, κάνοντάς τους πιο ελεύθερους για άλλα πράγματα. Επίσης οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές καθιστούν δυνατή μία πολύ γρήγορη ροή πληροφοριών. Όλοι θα μπορούσαν να κατέχουν συντριπτικά περισσότερες και πιο σημαντικές πληροφορίες από όσο κατέχουν σήμερα. Δημοκρατικές αποφάσεις θα μπορούσαν να παίρνονται άμεσα από όλους τους ενδιαφερομένους. Βέβαια, η τεχνολογία δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα για αυτόν τον σκοπό. Χρησιμοποιείται για καταστροφικούς σκοπούς…Δεν υπάρχει πια καμία κοινωνική αναγκαιότητα να μεταχειρίζονται τα ανθρώπινα όντα ως μηχανικά στοιχεία στην παραγωγική διαδικασία. Αυτό μπορούμε να το υπερβούμε και πρέπει να το υπερβούμε με μία κοινωνία ελευθερίας και ελεύθερης συναναστροφής, στην οποία η δημιουργική παρόρμηση, την οποία εγώ θεωρώ εγγενή στην ανθρώπινη φύση, θα μπορεί να πραγματώσει τον εαυτό της με όποιον τρόπο θελήσει.
-Fons Elders (συντονιστής): Πιστεύετε κ. Foucault ότι μπορούμε να αποκαλούμε τις κοινωνίες μας με οποιονδήποτε τρόπο δημοκρατικές, ύστερα από την δήλωση αυτή του κ. Chomsky;
-Foucault: Όχι, δεν έχω την παραμικρή πίστη ότι μπορεί κάποιος να θεωρεί τις κοινωνίες μας δημοκρατικές. Αν κάποιος αντιλαμβάνεται ως δημοκρατία την αποτελεσματική άσκηση εξουσίας από έναν πληθυσμό που δεν είναι ούτε διαχωρισμένος ούτε ιεραρχικά καταταγμένος σε τάξεις, είναι αρκετά σαφές ότι απέχουμε πάρα πολύ από την δημοκρατία. Είναι αρκετά σαφές ότι ζούμε σε ένα καθεστώς δικτατορίας μίας τάξης, της εξουσίας μιας τάξης που επιβάλλει τον εαυτό της με την βία, ακόμη και όταν τα όργανα αυτής της βίας είναι θεσμικά και συνταγματικά. Και σε αυτό το βαθμό δεν τίθεται ζήτημα δημοκρατίας για εμάς…Ομολογώ ότι δεν είμαι σε θέση να ορίσω, ούτε, για ακόμη ισχυρότερους λόγους, να προτείνω ένα ιδεώδες κοινωνικό μοντέλο για την λειτουργία της επιστημονικής ή τεχνολογικής κοινωνίας μας. Μου φαίνεται ότι το πραγματικό πολιτικό έργο σε μία κοινωνία σαν την δική μας είναι η άσκηση κριτικής στις λειτουργίες των θεσμών που εμφανίζονται να είναι τόσο ουδέτεροι όσο και ανεξάρτητοι. Να ασκήσουμε κριτική και να τους επιτεθούμε με τέτοιο τρόπο που η πολιτική βία που ασκείτο πάντοτε με κεκαλυμμένο τρόπο μέσα από αυτούς να χάσει το προσωπείο της, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να πολεμήσει εναντίον τους. Η κριτική και η πάλη μου φαίνονται ουσιώδεις για διαφορετικούς λόγους: πρώτον, επειδή η πολιτική εξουσία πηγαίνει πολύ βαθύτερα από όσο υποπτεύεται κανείς. Η πραγματική της δύναμη βρίσκεται εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Πιθανότατα είναι ανεπαρκές να πούμε ότι πίσω από τις κυβερνήσεις, πίσω από τους μηχανισμούς του κράτους, βρίσκεται μία κυρίαρχη τάξη. Πρέπει κανείς να εντοπίσει το μέρος της δραστηριότητας, τους χώρους και τις μορφές με τις οποίες ασκείται η εξουσία. Και επειδή αυτή η κυριαρχία δεν είναι η έκφραση απλώς με πολιτικούς όρους της οικονομική εκμετάλλευσης, είναι το όργανό της και, σε μεγάλο βαθμό, ο όρος που την καθιστά δυνατή. Η εξαφάνιση της μίας επιτυγχάνεται μέσω της εξαντλητικής διάκρισης της άλλης. Αν λοιπόν αποτύχει κανείς να αναγνωρίσει αυτά τα σημεία υποστήριξης της ταξικής εξουσίας, κινδυνεύει να επιτρέψει σε αυτά να συνεχίσουν να υπάρχουν και να δει την ταξική εξουσία να ανασυγκροτηθεί ακόμη και ύστερα από μία φαινομενικά επαναστατική διαδικασία.
-Chomsky: Ναι, θα συμφωνούσα σίγουρα με αυτό, όχι μόνο σε θεωρητικό αλλά και σε πρακτικό επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν δύο διανοητικά έργα: ένα είναι να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε ένα όραμα για μία δίκαιη κοινωνία στο μέλλον. Αυτό σημαίνει να δημιουργήσουμε μια ανθρωπιστική κοινωνική θεωρία που να βασίζεται, αν είναι δυνατόν, σε κάποια σταθερή ανθρωπιστική αντίληψη της ανθρώπινης ουσίας ή της ανθρώπινης φύσης. Αυτό είναι το ένα έργο. Ένα άλλο έργο είναι να καταλάβουμε πολύ καθαρά την φύση της εξουσίας, της καταπίεσης, του τρόμου και της καταστροφής στην κοινωνία μας. Και αυτό περιλαμβάνει βέβαια τους θεσμούς που αναφέρατε καθώς και τους κεντρικούς θεσμούς κάθε βιομηχανικής κοινωνίας, δηλαδή τους οικονομικούς, εμπορικούς και χρηματιστικούς θεσμούς και ιδιαίτερα, στην περίοδο που έρχεται, τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, που δεν βρίσκονται πολύ μακριά από εμάς σήμερα (πχ. η Phillips στο Eindhoven στην Ολλανδία). Αυτοί είναι οι βασικοί θεσμοί καταπίεσης, εξαναγκασμού και αυταρχικής εξουσίας, που παρά τα όσα λένε δεν είναι ουδέτεροι. Υποκείμεθα στην δημοκρατία της αγοράς και πρέπει να κατανοήσουμε με ακρίβεια τους όρους της αυταρχικής εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης της ιδιαίτερης μορφής του αυταρχικού ελέγχου που προκύπτει από την κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς σε μία εξισωτική κοινωνία. Σίγουρα πρέπει να κατανοήσουμε τα γεγονότα αυτά και να τα πολεμήσουμε. Και πράγματι, όσον αφορά την πολιτική συμμετοχή κάποιου, στην οποία βάζει όλη του την ενέργεια και την προσπάθεια, μου φαίνεται ότι αυτή πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει σε αυτή την περιοχή. Νομίζω όμως ότι θα ήταν πολύ κρίμα να βάλουμε τελείως στην άκρη το κάπως πιο αφηρημένο και πιο φιλοσοφικό έργο του να προσπαθήσουμε να συνδέσουμε μία αντίληψη για την ανθρώπινη φύση που να απελευθερώνει πλήρως τις δυνατότητές της για ελευθερία, αξιοπρέπεια, δημιουργικότητα και για άλλα θεμελιώδη ανθρώπινα χαρακτηριστικά και να συνδέσουμε αυτήν την αντίληψη με κάποια έννοια κοινωνικής δομής στην οποία να μπορούν να πραγματωθούν αυτές οι ιδιότητες και στην οποία να μπορεί να υπάρξει μία γεμάτη νόημα ανθρώπινη ζωή. Και πράγματι, αν σκεφτόμαστε έναν κοινωνικό μετασχηματισμό ή μία κοινωνική επανάσταση, παρόλο που θα ήταν φυσικά παράλογο να προσπαθήσουμε να σχεδιάσουμε με λεπτομέρεια τον στόχο που ελπίζουμε να πετύχουμε, πρέπει όμως να γνωρίζουμε κάτι σχετικά με το που νομίζουμε ότι πηγαίνουμε και μία τέτοια θεωρία μπορεί να μας πει κάτι τέτοιο.
-Foucault: Ναι, αλλά μετά δεν υπάρχει ένας κίνδυνος εδώ; Αν πεις ότι υπάρχει μία συγκεκριμένη ανθρώπινη φύση, ότι στην υπάρχουσα κοινωνία δεν έχουν δοθεί σε αυτή την ανθρώπινη φύση τα δικαιώματα και οι δυνατότητες που θα της επιτρέψουν να πραγματώσει τον εαυτό της…αυτό πιστεύω ότι είπατε πραγματικά.
-Chomsky: Ναι.
-Foucault: Και αν κάποιος το δεχτεί αυτό δεν διακινδυνεύει να ορίσει την ανθρώπινη φύση- που είναι την ίδια στιγμή ιδανική και πραγματική και που μέχρι τώρα είναι κρυμμένη και καταπιεσμένη- με όρους δανεισμένους από την κοινωνία μας, από τον πολιτισμό μας, από την κουλτούρα μας; Είναι δύσκολο να πούμε ποια είναι η ανθρώπινη φύση. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε λάθος;
-Chomsky: Η αντίληψη που έχουμε για την ανθρώπινη φύση είναι σίγουρα περιορισμένη, είναι κοινωνικά καθορισμένη, περιορισμένη από τις ατέλειες τους χαρακτήρα μας και από τους περιορισμούς της διανοητικής κουλτούρας μέσα στην οποία υπάρχουμε. Την ίδια στιγμή όμως είναι ζωτικής σημασίας το να γνωρίζουμε τι είδους ανέφικτους στόχους προσπαθούμε να πετύχουμε, αν ελπίζουμε να πετύχουμε κάποιους από τους δυνατούς στόχους. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε αρκετά τολμηροί για να κάνουμε υποθέσεις και να δημιουργούμε κοινωνικές θεωρίες στη βάση μερικής γνώσης, ενώ θα είμαστε εκτεθειμένοι στην ισχυρή δυνατότητα, και στην πραγματικότητα στην συντριπτική πιθανότητα, ότι τουλάχιστον από κάποιες απόψεις θα είμαστε πολύ μακριά από τον στόχο.
-Foucault: Θα είμαι κάπως νιτσεϊκός σε σχέση με αυτό. Με άλλα λόγια, μου φαίνεται ότι η ιδέα της δικαιοσύνης είναι καθεαυτή μία ιδέα που επινοήθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή σε διάφορους τύπους κοινωνιών ως εργαλείο μίας συγκεκριμένης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας ή ως όπλο ενάντια στην εξουσία. Αλλά μου φαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση η ίδια η έννοια της δικαιοσύνης λειτουργεί μέσα σε μια κοινωνία τάξεων, ως διεκδίκηση από την καταπιεσμένη τάξη ή ως νομιμοποίηση από την άλλη τάξη.
-Chomsky: Δεν συμφωνώ με αυτό.
-Foucault: Και σε μία αταξική κοινωνία, δεν είμαι σίγουρος ότι θα εξακολουθούσαμε να χρησιμοποιούμε αυτή την έννοια της δικαιοσύνης.
-Chomsky: Εδώ διαφωνώ πραγματικά. Νομίζω ότι υπάρχει κάποιο είδος απόλυτης βάσης που σε τελική ανάλυση ενυπάρχει σε θεμελιώδεις ανθρώπινες ιδιότητες, σε σχέση με την οποία θεμελιώνεται μία πραγματική έννοια δικαιοσύνης. Νομίζω ότι είναι πολύ επιπόλαιο να χαρακτηρίσουμε τα υπάρχοντα συστήματα δικαιοσύνης απλώς ως συστήματα ταξικής καταπίεσης. Δεν νομίζω ότι είναι τέτοια. Νομίζω ότι περικλείουν συστήματα ταξικής καταπίεσης και στοιχεία άλλων ειδών καταπίεσης, αλλά περικλείουν επίσης ένα είδος ψηλάφησης αληθινά ανθρώπινων, πολύτιμων εννοιών δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας, αγάπης, καλοσύνης και συμπάθειας, που νομίζω ότι είναι πραγματικές.
-Foucault: Δεν μπορείτε να με αποτρέψετε από το να πιστεύω ότι αυτές οι έννοιες της ανθρώπινης φύσης, της δικαιοσύνης, της πραγμάτωσης της ουσίας των ανθρώπινων όντων, είναι όλες έννοιες και αντιλήψεις που έχουν σχηματιστεί εντός του πολιτισμού μας, εντός του τύπου της γνώσης και της μορφής της φιλοσοφίας μας και κατά συνέπεια αποτελούν μέρος του ταξικού μας συστήματος. Και δεν μπορεί κανείς, όσο θλιβερό μπορεί να είναι αυτό, να χρησιμοποιεί αυτές τις έννοιες για να περιγράψει ή να δικαιολογήσει μία μάχη που πρέπει να ανατρέψει τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνίας μας. Αυτή είναι μία παρέκταση για την οποία δεν μπορώ να βρω ιστορική δικαιολόγηση. Αυτό είναι το θέμα.
-Chomsky: Είναι σαφές.


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Kατερίνα Καλλιάρα. Η τρέχουσα νεοφιλελευθερη παρέμβαση του δικαίου στις εργασιακές σχέσεις.



Kατερίνα Καλλιάρα. Η τρέχουσα νεοφιλελευθερη παρέμβαση του δικαίου στις εργασιακές σχέσεις.

Η πλήρης ανατροπή του μέχρι πρότινος θεσμοθετημένου πλαισίου ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα, είναι αντανάκλαση και απόρροια της κυριαρχίας των αναγκών της αγοράς ως ρυθμιστικού παράγοντα κάθε πλευράς της ζωής, γεγονός που οδηγεί σε έλλειμμα δημοκρατίας. Όπως το έθεσε ο Karl Polanyi, αντί η οικονομία να ενσωματώνεται στις κοινωνικές σχέσεις, οι κοινωνικές σχέσεις ενσωματώνονται στο οικονομικό σύστημα (Arthur Malivan, «Neoliberalism and democracy: Market power versus democratic power», Neoliberalism A critical reader, Pluto Press, London 2005, σ. 171).
 Οι συνέπειες στις ζωές των εργαζόμενων από την χωρίς περιορισμούς και κοινωνικό έλεγχο άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι τραγικές και οδυνηρές. Οι συλλογικές ρυθμίσεις της αμοιβής και των όρων εργασίας έχουν αντικατασταθεί από ατομικές και επιχειρηματικές συμβάσεις εργασίας με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής ισχύος του εργαζόμενου. Συγχρόνως, συνεχίζει να υφίσταται σε μεγάλη κλίμακα η εργασία με άτυπες συμβάσεις εργασίας, η αδήλωτη-ανασφάλιστη εργασία καθώς και η καθιέρωση της μεγάλης ‘ευκαμψίας’ ή ‘ευλυγισίας’ στο χρόνο εργασίας, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις εκμεταλλεύονται και τον φόβο του εργαζόμενου για απώλεια της θέσης εργασίας. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι κάθε απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων οδηγεί τους εργοδότες στην εγκαθίδρυση μιας παράλληλης άτυπης ευελιξίας των αμοιβών, των χρονικών ορίων και των συνθηκών εργασίας. Αυτό συμβαίνει γιατί η συρρίκνωση του ρόλου του κράτους ως ρυθμιστή της αγοράς και της οικονομικής ζωής, σε συνδυασμό με ένα ανεπαρκές θεσμικό πλαίσιο ελέγχου την εκδήλωση της εργοδοτικής παραβατικότητας, ενισχύει την εργοδοσία-επιχείρηση σε βάρος του εργαζόμενου, καθώς η παράβαση του νόμου καθίσταται οικονομικά επικερδής και μάλιστα ενέχει μικρό έως ανύπαρκτο ρίσκο.
Το αποτέλεσμα είναι, όπως επισημαίνει και η Π. Γεωργιάδου, να δημιουργείται μια νέα κατηγορία εργαζόμενων, οι οποίοι είναι εξαιρετικά ευέλικτοι και χαμηλά αμειβόμενοι, μια κατηγορία η οποία μάλιστα συνιστά την κύρια τάση του εργατικού δυναμικού που επιλέγουν οι διοικήσεις και οι ιδιοκτήτες προκειμένου να πλαισιώσουν τις επιχειρήσεις τους («Νέοι και Πολιτικές Απασχόλησης», ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔ, 217 (2014), σ. 3)
Οι πρακτικές αυτές, σε συνδυασμό με τις νομοθετικές ρυθμίσεις που ευνοούν ανοιχτά την επιβολή απάνθρωπων αγοραίων λογικών στην αγορά εργασίας, καθώς και η ανακατανομή του μεριδίου της αγοράς υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων, εδραιώνουν τις επισφαλείς μορφές απασχόλησης (μερική, διαλείπουσα, εκ περιτροπής απασχόληση, απασχόληση με σύμβαση ορισμένου χρόνου ακόμα και μίας ημέρας). Ταυτόχρονα οι εργοδότες επωφελούνται από τα νέα μέτρα που ακυρώνουν τις ελάχιστες υπέρ των εργαζόμενων εγγυήσεις και επιδίδονται σε πρακτικές με κύρια χαρακτηριστικά την πανουργία, την επινοητικότητα και την σκληρότητα, με σκοπό την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συρρίκνωση του εργασιακού κόστους. Οι εργοδότες προτιμούν, για παράδειγμα, να απολύουν εργαζόμενους με πλήρη απασχόληση και να τους αντικαθιστούν με εργαζόμενους με μερική απασχόληση, ενώ, απαλλαγμένοι από τα βαρίδια των δικαιωμάτων των εργαζόμενων που προέκυπταν από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, απολύουν παλαιότερους εργαζόμενους και προσλαμβάνουν νεότερους σε προϋπηρεσία και σε ηλικία προκειμένου να ευνοηθούν από την διαφοροποίηση στην μισθολογική μεταχείριση μεταξύ εργαζόμενων άνω και κάτω των 25 ετών. Όσοι εργαζόμενοι είναι αμειβόμενοι με τους μισθολογικούς όρους που απορρέουν από συλλογικές συμβάσεις εργασίας έχουν δύο επιλογές, οδυνηρές για τους ίδιους και τα δικαιώματά τους: ή να υπογράψουν ατομική σύμβαση εργασίας, διαπραγματευόμενοι με τον εργοδότη σε ένα πεδίο όμως που ο τελευταίος είναι πανίσχυρος ή, σε περίπτωσή άρνησής τους, να απολυθούν.
Οι μεταρρυθμίσεις μετακυλίουν ένα μεγάλο μέρος του ρίσκου της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον εργαζόμενο, ως εάν να είναι αυτός που έχει αναλάβει αυτό το ρίσκο, ενώ εκθεμελιώνουν ότι είχε απομείνει από το δίκαιο προστασίας του, εξαλείφοντας κάθε μέσο πειθάρχησης των δυνάμεων της αγοράς.
Το σημαντικότερο είναι ότι όλα τα παραπάνω εξυπηρετούν την ατομική ελευθερία του επιχειρείν, οδηγώντας στην υποβάθμιση και στον ευτελισμό των εργασιακών πόρων που προστάζουν οι αγορές, προκειμένου να ανταποκριθούν στις πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού απασχολώντας φθηνό και προσαρμόσιμο εργατικό δυναμικό. Παρουσιάζονται δε ως επιστημοσύνη και πανάκεια για την αντιμετώπιση της φτώχειας και την εξάλειψη της ανεργίας μέσω της οικονομικής ανάπτυξης που υποστηρίζεται ότι θα επιφέρουν και αέναα αναμένεται χωρίς να κάνει την εμφάνισή της.

Αθανασία Καψαλιάρη. Παιδικά τραύματα. Οι ‘μη εκδιδόμενες’ απέναντι από τις εκδιδόμενες.



Αθανασία Καψαλιάρη. Παιδικά τραύματα. Οι ‘μη εκδιδόμενες’ απέναντι από τις εκδιδόμενες.

Στις εκάστοτε ιστορικό-κοινωνικό-πολιτικές συγκυρίες ίσταται να υφίστανται κατηγοριοποιήσεις. Οι κατηγοριοποιήσεις είναι ένα πολυσύνθετο φαινόμενο, το οποίο έχει αναλυθεί με ποικίλες μεθόδους διερευνητικές τόσο του υποκειμένου όσο και αντίστοιχων αναλύσεων σε θεωρητικό επίπεδο των μαζών. Ας ξεφύγουμε όμως από τα δεδομένα και ας περιοριστούμε σε εκείνες τις ψυχολογικές, κοινωνιολογικές, εγκληματολογικές και κυρίως ιστορικές διαχωριστικές συνιστώσες όπου το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’ διαχωρίζει (ή φαντασιώνεται) με πολεμοχαρή τρόπο τον διαχωρισμό του από το ιστορικό υποκείμενο των εκδιδόμενων γυναικών.

Η ανάγκη του διαχωρισμού των ‘μη εκδιδόμενων’ από τις εκδιδόμενες

Οι ‘μη εκδιδόμενες’ γυναίκες συμπεριφέρονται απορριπτικά προς τις εκδιδόμενες. Η απορριπτικότητα των ‘μη εκδιδόμενων’ αρνείται με σθεναρότητα να συνυπολογίσει βασικές συγκυρίες των εκδιδόμενων, όπως: ιστορικός χρόνος, ιστορικές συγκυρίες, κοινωνικό-οικονομικές συγκυρίες, συλλογικό τραύμα και, εν γένει, διάφορες μορφές τραυμάτων από - και έξω από - τη σφαίρα του μεμονωμένου ατόμου. Ακόμη, και, ο ιστορικός χρόνος κατά τον οποίο τα εκδιδόμενα ανήλικα και, εν γένει, εκδιδόμενες γυναίκες διαχωρίστηκαν ως έχει, αντιμετωπίζεται από τις ‘μη εκδιδόμενες’ διαμέσου του χρονικού τεμαχισμού. Ο χρονικός τεμαχισμός ανάμεσα στον ψευδή διαχωρισμό μεταξύ παιδικής πορνείας και πορνείας ενήλικων γυναικών βοηθά το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’ να διατηρεί ή να φαντασιώνεται την ακρότητα των πόλων.
Η ανάγκη του διαχωρισμού των ‘μη εκδιδόμενων’ από τις εκδιδόμενες γυναίκες αφορά και όλα τα υλικά και ‘άυλα αγαθά’ του πολιτισμού εντός του οποίου υπάρχει και διαμορφώνεται το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’. Οι ‘μη εκδιδόμενες’ παλεύουν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν τα υλικά και ‘άυλα αγαθά’ τα οποία θα κληρονομήσει η επόμενη γενιά τους, τα τέκνα των ‘μη εκδιδόμενων’ και, εν γένει, το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’.
Με αυτή τη λογική το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’ διαγράφει στην ιστορία μέσω της ιστορικής του πράξης τον εξής διαχωρισμό: ‘μη εκδιδόμενα ανήλικα’ - εκδιδόμενα ανήλικα και ‘μη εκδιδόμενες γυναίκες’ - εκδιδόμενες γυναίκες.

Οι ‘μη εκδιδόμενες’ και η επιστήμη. Η επιστήμη των ‘μη εκδιδόμενων’ ως διαχωριστικό τείχος προφύλαξης από τις εκδιδόμενες.

Η επιστήμη των ‘μη εκδιδόμενων’ προβάλλεται μέσω δύο κύριων αντιφάσεων. Αφενός, μέσω της υπεράσπισης των εκδιδόμενων ανήλικων παιδιών και ενήλικων εκδιδόμενων γυναικών και, αφετέρου, μέσω της χρησιμοποίησης ‘επιστημονικών πορισμάτων’ που επεκτείνουν τον διαχωρισμό ανάμεσα τους.
Εν τούτοις, το νομικό σύστημα σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο μέσω των νομικών του διατάξεων υπερασπίζει τον διαχωρισμό σε ‘μη εκδιδόμενες’ και εκδιδόμενες. Ταυτοχρόνως, οι ‘μη εκδιδόμενες’ υπερασπίζονται την παρουσία του νομικού συστήματος, το οποίο συνυπογράφει αυτόν τον διαχωρισμό.
Ο εθελοντισμός προς τα εκδιδόμενα ανήλικα και, εν γένει, εκδιδόμενες γυναίκες- μέσω διαφόρων πολιτικών πάταξης της παιδικής πορνείας και τις πορνείας των ενηλίκων εντός μιας κοινωνίας εθελοντισμού, που πλην σαφώς και ομολογουμένως αποτελεί φορολογικό παράδεισο – είναι αδύνατο να ελαττώσει αυτόν τον διαχωρισμό. Αυτή η ανεπάρκεια του εθελοντισμού αφορά την θέση αποφασιστικής υπεροχής των ‘μη εκδιδόμενων’– και επομένως διαχωρισμού τους - από τις εκδιδόμενες γυναίκες καθώς το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’ γυναίκες διαχωρίζει την οντότητά του.
Το επιστημονικό αντικείμενο των ‘μη εκδιδόμενων’ θα έπρεπε σε πολλές των περιπτώσεων να αντιστραφεί και να εισαχθεί ένα νέο επιστημονικό πεδίο- τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο – αυτό των ‘μη εκδιδόμενων’ γυναικών. Τι σχεδιαγράμματα, τι ερευνητικές υποθέσεις, τι μέθοδο και τι εργαλεία να χρησιμοποιήσουμε για της ‘μη εκδιδόμενες’; Ποια είναι η κατάλληλη θεωρία για το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’; Να δημιουργήσουμε αυτή την ενημερωτική καμπάνια για το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’; Ποιο εθελοντικό πρόγραμμα είναι κατάλληλο για να παράσχουμε εθελοντική βοήθεια στις ‘μη εκδιδόμενες’; Υπάρχει δράστης στις ‘μη εκδιδόμενες’ γυναίκες ή είναι αυτές άλλος ένας δράστης για τις εκδιδόμενες;

Τελειώνοντας, στον ιστορικό χρόνο οι ‘μη εκδιδόμενες’ έπαιξαν τον δικό τους ρόλο και κυρίως συνέβαλαν στον διαχωρισμό: εκδιδόμενα ανήλικα - ‘μη εκδιδόμενα’ ανήλικα και εκδιδόμενες – ‘μη εκδιδόμενες’. Σκόπιμη πράξη; Ίσως!
Τα εκδιδόμενα ανήλικα και οι εκδιδόμενες γυναίκες μέσα από τη συλλογική πολλαπλή τραυματική εμπειρία βλέπουν στα πρόσωπα των ‘μη εκδιδόμενων’ γυναικών τον δράστη. Αυτός ο δράστης έχει το ίδιο φύλο και κυρίως μέσω της έμφυλης ομοιότητας με τις εκδιδόμενες (ιδού η αντίφαση) αγωνίζεται με κάθε μέσο για τον διαχωρισμό από αυτές.
Το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’ γυναίκες είναι άξιο επιστημονικού ενδιαφέροντος. Να μελετήσουμε αυτό το συλλογικό υποκείμενο! Διακινούνται! Αν ναι, πώς! Τι συμβαίνει με το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’ που στέλνουν τους γιούς τους στα εκδιδόμενα ανήλικα και εκδιδόμενες γυναίκες να ανδρωθούν; Πως λέγεται αυτή η πράξη με βάση το κανονικό δίκαιο; Περίθαλψη εγκληματία; Τότε κρίνεται αναγκαία η παραγωγή μιας σειράς νομικών διατάξεων για τις ‘μη εκδιδόμενες’; Από τι συναισθηματικό κόσμο διακατέχεται το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’ γυναίκες; Έχουν τραύμα ή ψυχική νόσο; Δεν έχει καταγραφεί μέχρι τον παρόντα ιστορικό χρόνο η ψυχο- συναισθηματική κατάσταση τους;
Εν τέλει, υπήρξαν στην ιστορία πολιτισμοί όπου το ιστορικό υποκείμενο εκδιδόμενο ανήλικο ή εκδιδόμενη γυναίκα δεν υφίσταται. Την στιγμή όμως που διαγράφουν αθέλητα τον δικό τους ιστορικό ρόλο θα πρέπει να ερευνήσουμε και τον ρόλο που διαγράφει το συλλογικό υποκείμενο ‘μη εκδιδόμενες’. Οι ‘μη εκδιδόμενες’ μέσα από την έμφυλη ομοιότητα με τις εκδιδόμενες και ζητώντας τον διαχωρισμό ουσιαστικά λειτούργησαν στην ιστορία ως δράστες της πορνικής σχέσης.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Χριστόφορος Γεωργόπουλος. Η ευκαιρία του Charlie και η νέα τρομο-υστερία.



Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΟΥ CHARLIE KAI H ΝΕΑ ΤΡΟΜΟ-ΥΣΤΕΡΙΑ.

     Δεν υπάρχει αμφιβολία πως βιώνουμε τον απόηχο του πλέον ηχηρού «τρομοκρατικού χτυπήματος» από την εποχή της 11/9. Ως κριτικοί εγκληματολόγοι, οφείλουμε να δώσουμε την δική μας ερμηνεία για τα γεγονότα του Παρισιού και να εκτιμήσουμε τις μελλοντικές κοινωνικές εξελίξεις, αποφεύγοντας τους γνωστούς αφορισμούς και τα προπαγανδιστικά πυροτεχνήματα των ΜΜΕ. Όσοι περιμένουν μία ακόμη συναισθηματικά φορτισμένη, δραματική περιγραφή του «μακελειού» στο “Charlie Hebdo”, ας μην συνεχίσουν την ανάγνωση. Το ίδιο και εκείνοι που εμμένουν, όπως έκαναν και μετά την 11/9, σε παιδαριώδεις, βολικές αυταπάτες του τύπου “Ο αραβικός κόσμος μας μισεί επειδή είμαστε τόσο ελεύθεροι, δημοκράτες και ανοιχτόμυαλοι”. Αλλά και όσοι θέλουν να ανακυκλώσουμε τα γνωστά, κενά ευχολόγια περί «τερματισμού της τρομοκρατίας», την ώρα που δεν σκοπεύουν να επιφέρουν την ελάχιστη αλλαγή στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του παγκόσμιου συστήματος κυριαρχίας, καταπίεσης, εκμετάλλευσης και λεηλασίας των αδύναμων αυτού του κόσμου, του συστήματος που γεννά και αναπαράγει το φαινόμενο που επισήμως καλούμε «διεθνή τρομοκρατία».
     Η κρατούσα άποψη θέλει την «θρησκευτικού τύπου» τρομοκρατία να ταυτίζεται με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Ωστόσο, ο φονταμενταλισμός, νοούμενος ως φανατική προσήλωση σε ένα θρησκευτικό δόγμα και τυφλή αφοσίωση σε μία κοσμοθεωρία που διαμορφώνεται αποκλειστικά από την θρησκευτική παράδοση, είναι χριστιανική ανακάλυψη. Εμφανίζεται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα στο στρατόπεδο των προτεσταντών και, για λόγους που υπερβαίνουν το παρόν άρθρο, σύντομα αποκτά ένα πανίσχυρο ρεύμα. Τα πρωτεία θα πάρει ο μουσουλμανικός κόσμος πολύ αργότερα, μόλις την δεκαετία του ΄80, ως απάντηση στην διεθνή οικονομική συγκυρία και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Δύσης.
     Έχουμε επανειλημμένως τονίσει πως όποιος επικαλείται ηθική ακεραιότητα οφείλει πρώτα από όλα να εφαρμόζει για τον εαυτό του τα κριτήρια και το πεδίο ανάλυσης που ο ίδιος καθορίζει για τον αντίπαλο. Όταν, το καλοκαίρι του 2011, κάποιος χριστιανός φονταμενταλιστής Άντερς Μπρέιβικ δολοφόνησε εν ψυχρώ 77 ανθρώπους, χαρακτηρίστηκε ομόφωνα “ψυχοπαθής”, “παρανοϊκός σχιζοφρενής”, “με ναρκισσιστικού τύπου διαταραχές”, “μεσσιανικά οράματα” κλπ. Παρουσιάστηκε συνεπώς αποκλειστικά με όρους ατομικής ψυχολογίας (κάτι στο οποίο ο ίδιος αντέδρασε, διεκδικώντας από το δικαστήριο να αναγνωρίσει πως είχε πλήρη συνείδηση των πράξεων του). Πράγματι, μία από τις αποτελεσματικότερες τεχνικές αποπολιτικοποίησης ενός φαινομένου με κοινωνικές ρίζες, και κατ’ επέκταση απόκρυψης των βαθύτερων αιτίων του, είναι η παρουσίασή του με όρους ατομικής ψυχολογίας. Αντιθέτως, για τους δράστες του “Charlie Hebdo” φαίνεται να ευθύνεται όχι κάποια νοσηρή ψυχική διαταραχή αλλά, εν γένει, ο ισλαμικός κόσμος και η θρησκεία του. Στην πρώτη περίπτωση ακολουθήσαμε κατά γράμμα την νομική οδό, συλλάβαμε τον δράστη, τον δικάσαμε και τον καταδικάσαμε. Ο Μπρέιβικ ποτέ δεν ταυτίστηκε με τον “μέσο” χριστιανό και κανείς δεν τόλμησε να συνδέσει αιτιωδώς την πράξη του με την χριστιανική πίστη. Αντιθέτως, για τον μουσουλμανικό κόσμο ισχύει ένα τεκμήριο συλλογικής ευθύνης, δομημένο γύρω από την εγγενώς βίαιη θρησκεία του, που όμοιο του έχει να επιδείξει μόνο η ναζιστική Γερμανία. Ο ανεξαίρετος ιστορικός κανόνας του ισχυρού, ο κανόνας των δύο μέτρων και σταθμών στην ιδανική του εφαρμογή.
     Πως προδιαγράφονται πλέον οι μελλοντικές εξελίξεις; Κατά την γνώμη μας δεν θα διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνες που ακολούθησαν την 11/9. Έξαρση ενός αντιισλαμικού μένους, ενίσχυση ακροδεξιών ομάδων- κομμάτων- ιδεολογιών, πολλαπλασιασμός ρατσιστικών επιθέσεων. Στοχοποίηση των αραβικών πληθυσμών, όχι βεβαίως των ελίτ και των τεχνοκρατών που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον δυτικό κόσμο, αλλά εκείνων που ήδη ζουν σε συνθήκες ανέχειας, περιθωριοποίησης και κοινωνικής απομόνωσης, στοιβαγμένοι στα γκέτο των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Ψήφιση νέων τρομονόμων, περιστολή δικαιωμάτων, βίαιη κατάργηση κεκτημένων, συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους. Ενίσχυση και γιγάντωση των συστημάτων παρακολούθησης, στο πλαίσιο μίας παγκόσμιας αστυνομοκρατίας, αποτελούμενη από χιλιάδες επιχειρήσεις και αναρίθμητους «επιστήμονες». Προσδιορισμός του αποδιοπομπαίου τράγου στο πρόσωπο του λαθρομετανάστη. Κατασκευή στρατοπέδων συγκέντρωσης, που θα ονομαστούν βεβαίως “κέντρα φιλοξενίας” ή κάτι ακόμη πιο ευφάνταστο στα πρότυπα της οργουελιανής διπλής ομιλίας που κυριαρχεί στον πολιτικό λόγο και που το γνωστό ιερατείο κατήχησης (πολιτικοί- ΜΜΕ- ακαδημαϊκοί) θα φροντίσει να παρουσιαστούν περίπου ως ξενοδοχεία. Κήρυξη ενός ασύμμετρου πολέμου σε βάρος όλων εκείνων των χωρών που αρνούνται να συνταχθούν με το δημοκρατικό μέτωπο στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», δηλαδή αρνούνται να εγκαταλείψουν την ιδέα της αυτοδιάθεσης και να παραδώσουν τους φυσικούς τους πόρους στις πολυεθνικές. Ενδεχομένως βομβαρδισμός και ισοπέδωση μερικών εξ’ αυτών (ποιος ξέρει, μπορεί εκεί να κρύβεται κανένας συνεργός των δραστών- αυτό άλλωστε μας επιτρέπει να εισβάλλουμε σε μία αραβική χώρα- αλλά και αν αποδειχθεί πως κανείς δεν κρύβεται εκεί τότε, για ακόμη μία φορά, εμείς οι δυτικοί θα έχουμε εκπληρώσει την ιστορική μας αποστολή να εκπολιτίσουμε και να εκδημοκρατίσουμε τους απολίτιστους).
     Και όταν προσφέρεται μία τόσο μοναδική ευκαιρία για όλα τα παραπάνω, τότε- αλήθεια- ποιος νοιάζεται για ηθικές ακεραιότητες;