Ο κριτικός λόγος για το έγκλημα, την κοινωνική απόκλιση και τη διαχείρισή τους

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Πανταβού, Αλεξάνδρα. Παρουσίαση του άρθρου ‘The Murderous Dutch Fiddler’ της κριτικής εγκληματολόγου Nicole Rafter, δημοσιευμένου το 2005



Πανταβού, Αλεξάνδρα. Παρουσιαση του ‘The Murderous Dutch Fiddler’ της κριτικής εγκληματολόγου Nicole Rafter, δημοσιευμένου το 2005

 Παρά το γεγονός ότι η Φρενολογία αξιολογείται από την πλειονότητα των σύγχρονων εγκληματολογικών τάσεων ως ¨ψεύδο-επιστήμη¨, ο ρόλος ο οποίος διαδραμάτισε ως πρόγονος της Εγκληματολογίας καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικός για την ιστορία του κλάδου, όπως και για το σύγχρονο ποινικό σύστημα, το οποίο επηρεάστηκε άμεσα από αυτήν. Η Φρενολογία ήταν εκείνη η οποία ανέπτυξε τη πρώτη θεωρία κατανόησης της εγκληματικής συμπεριφοράς. Μάλιστα, δεν στάθηκε απλώς στη θεωρητική καταγραφή της αλλά, επηρεασμένη από την ανατομία του εγκεφάλου, υιοθέτησε ένα κοινωνικο-βιολογικό σύστημα μελέτης, το οποίο στόχευε στη κατανόηση κάθε ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Οι εγκληματολόγοι επιλέγουν είτε να αγνοήσουν την ύπαρξη της Φρενολόγιας είτε να την χαρακτηρίσουν ως πρόδρομο άλλων επιστημών, παραμερίζοντας την εγκληματολογική της υπόσταση, είτε όπως έπραξε στο άρθρο της η Nicole Rafter, να ‘συμβιβαστούν’ και να της αναγνωρίσουν τη συμβολή της στην εγκληματολογία.
Μερικοί πρόδρομοι της Φρενολογίας για τους οποίους αξίζει να γίνει αναφορά είναι η Φυσιογνωμική, η οποία, σε πρώιμο στάδιο παρατηρούσε αλληλουχία μεταξύ της εξωτερικής εμφάνισης του ανθρώπου και της συμπεριφοράς του, και η Ηθική Παραφροσύνη, η οποία υποδείκνυε μερική παραφροσύνη σε περιπτώσεις όπου τα αίτια της δράσης του εγκληματία δεν ήταν λογικά (ή δεν φαίνονταν σαν τέτοια).
Η Φρενολογία αναδείχθηκε εν τω μέσω του Διαφωτισμού λόγω της τάσης που επικράτησε για αντικατάσταση των μεταφυσικών και θεολογικών φαινόμενων από επιστημονικές και λογικές επεξηγήσεις. Συγκεκριμένα, στα τέλη του 1800 στη Βιέννη, ο Franz Joseph Gall σχημάτισε τη θεωρία του σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη συσχέτισή της με τη λειτουργία των οργάνων του εγκεφάλου. Η θεωρία του έτυχε μεγάλης αποδοχής κατά τις επόμενες δεκαετίες. Δείγμα της μεγάλης αυτής επιτυχίας υπήρξε ο μεγάλος αριθμός έκδοσης αντιτύπων του βιβλίου του, που ανήλθε στις 150 εκδόσεις μέχρι το 1850. Μάλιστα, υπήρξε έκδοση του βιβλίου σε μέγεθος τσέπης, με το οποίο, μπορούσε κανείς, στην περίπτωση μίας νέας γνωριμίας, να ανατρέξει σε αυτό σε ανύποπτο χρόνο ώστε να εξαγάγει συμπεράσματα για τη προσωπικότητα του άλλου από τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του.
Η μετέπειτα συμβολή του Spurzheim, στην θεωρία της Φρενολογίας υπήρξε ιδιαίτερα οπτιμιστική, καθώς έδινε τη δυνατότητα της αυτοβοήθειας και της θεραπείας στους λιγότερο παραγωγικούς και προσαρμοστικούς.
Με την επικράτηση της αστικής τάξης και την επιτακτική ανάγκη της για έλεγχο και άσκηση της εξουσίας, δεν άργησε η Φρενολογία να συνδεθεί με τη κληρονομικότητα.
Εξαιτίας της επιμονής του Gall στη θεωρία ότι ακόμη και η ιδιότητα του ανθρώπου να σκοτώνει οφείλεται στη λειτουργία ενός οργάνου στον εγκέφαλο, και επ` ουδενί στην ελεύθερη θέληση του, ο Sampson, πήρε τη ακραία θέση να υποστηρίξει, ότι όλοι οι εγκληματίες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ασθενείς και θα πρέπει να σταλούν σε εγκλειστούν σε ηθικά νοσοκομεία. Μάλιστα, με την προτροπή του, όντως στη συνέχεια πολλοί κατάδικοι δεν οδηγήθηκαν στη θανατική ποινή αλλά σε ιδρύματα.
Παλαιότερα η πιο συνηθισμένη καταδίκη για σημαντικά αδικήματα ήταν εκείνη της θανατικής ποινής. Αργότερα όμως με τη κατανόηση του γεγονότος ότι η τιμωρία δεν μειώνει το έγκλημα αλλά, αντίθετα, το αυξάνει, καθώς και οτι βασικός στόχος του συστήματος θα έπρεπε να είναι η αλλαγή και η μετάνοια των κρατουμένων, τα ποσοστά της έσχατης καταδίκης περιορίστηκαν αισθητά. Σημαντική υπήρξε και η συμβολή του φρενολόγου George Combe, ο οποίος επίσης επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το ποινικό σύστημα, το οποίο λίγο-πολύ μετασχηματίστηκε σε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα.
Συνοψίζοντας, μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα πως, ακόμη και αφού έχασε την αληθοφάνειά της, ακόμη και αν δεν κατάφερε να εδραιωθεί και να πείσει ως επιστήμη, η Φρενολογία επηρέασε τον κλάδο της εγκληματολογίας και του ποινικού συστήματος σε μεγάλο βαθμό.

Κυριακή Νικολάου. Δια βίου μάθηση ή δια βίου ανασφάλεια;



Κυριακή Νικολάου.  Δια βίου μάθηση ή δια βίου ανασφάλεια;

Το 1945 το κράτος πρόνοιας εισάγει τον πομπώδη όρο “δια βίου εργασιακή απασχόληση”, με άλλα λόγια, εγγυάται την εξασφάλιση της  δια βίου επιβίωσης. Με την παγκοσμιοποίηση, η παράφραση αυτού εξυπηρετείται μέσω του “δια βίου μάθηση”.
Όλοι, όλες και όλα αξιολογούνται εκ του αποτελέσματος. Η οργάνωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας ευθυγραμμίζεται με τα πρότυπα της παραγωγικής μεγιστοποίησης. Εργαλειακή η παιδεία και αποσπασματική, υπηρετεί το ίδιο αναπτυξιακό μοντέλο που τη δημιουργεί. Στην πραγματικότητα ούτε στόχος υπάρχει για να προωθηθεί ο συνολικός διαθέσιμος γνωσιακός κοινωνιακός πλούτος[1] αλλά ούτε και φιλοδοξεί το κράτος να επανεκπαιδεύσει τις αποδυναμωμένες μάζες στο σύστημα εργασιακής απασχόλησης.
Δεν μπορεί παρά να μην είναι τυχαίο ότι στις διαρκείς φάσεις συρρίκνωσης του παραγωγικού εργασιακού δυναμικού και της αύξουσας εργασιακής ανασφάλειας ένα μεγάλο τμήμα της ανεργίας και της μη απασχολησιμότητας μετακυλίεται στους ανύποπτους και τους νεότερους. Διαρκή κύματα φυγής επιστημόνων προς το εξωτερικό, βεβαιώνουν την τάση προς μετανάστευση κυρίως των νεότερων.[2]  Σύμφωνα με την εφημερίδα 'το Βήμα' ενδεικτικό της ανεργίας και της ανασφάλειας στη χώρα όπως έδειξε  έρευνα της Κάπα Research, είναι ότι επτά στους δέκα Έλληνες απόφοιτους επιθυμούν να φύγουν στο εξωτερικό για να εργαστούν, ενώ ένας στους δέκα ήδη ψάχνει για δουλειά σε άλλη χώρα ή προσπαθεί να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό για να αποκτήσει πρόσβαση σε άλλες αγορές εργασίας. Από εκείνους οι οποίοι δηλώνουν πρόθυμοι να εργαστούν στο εξωτερικό το 66,4% δηλώνει ότι το κάνει για να έχει καλύτερη ποιότητα ζωής συνολικά, το 44,7% για να βρει μια καλή δουλειά και το 32,6% για να διασφαλίσει περισσότερη αξιοκρατία στην εξέλιξή του. Μάλιστα, το 60,7% δηλώνει ότι θα προτιμούσε μια θέση εργασίας με προοπτική καριέρας στο εξωτερικό παρά μια μόνιμη θέση εργασίας στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα.[3]
Παράλληλα, όσο αυξάνεται το μορφωτικό επίπεδο των νέων τόσο δυσκολεύονται να βρουν εργασία. Ενώ στις αναπτυγμένες χώρες η ανεργία μειώνεται όσο αυξάνεται το εκπαιδευτικό επίπεδο, στην Ελλάδα δε συμβαίνει το ίδιο. Οι αμοιβές εργασίας αυτών που έχουν επιστρέψει στην Ελλάδα είναι πολύ κατώτερες σε σχέση με όσους εξακολουθούν να δουλεύουν στο εξωτερικό. Κυρίως όμως, οι αμοιβές δεν αυξάνονται με την αύξηση του εκπαιδευτικού επιπέδου.[4] 
Η δια βίου μάθηση διαθέτει ακόμη ένα άλλοθι. Η ατομική υπευθυνότητα αναδεικνύεται ως ο διαρκής κανόνας επιβίωσης για όλους σε κάθε στιγμή και για όλες τις ηλικίες. Καμιά γνώση δεν εξασφαλίζει εργασία στο διηνεκές. Στην απόλυτα εξατομικευμένη κοινωνία, η εκπαιδευτική και εργασιακή μοίρα του καθενός αποσυνδέεται από την κοινωνική προκοπή, από την προκοπή του συνόλου, ενώ όλοι μας καλούμαστε να αντιπαρατεθούμε με όλους με βάση τα συγκριτικά αποτελέσματα. Η ιδιόκτητη γνώση δομείται ως ιδιαίτερος συντελεστής παραγωγής, για αυτό και διαφοροποιείται η αμοιβή ανάλογα με τη θέση ιεραρχίας σε κάθε εργασιακό περιβάλλον.
Κάποτε ο άνεργος μπορούσε να περισώσει, να περιφρουρήσει την αξιοπρέπεια του αποδεχόμενος για κάποιο διάστημα την αλληλεγγύη που του επέτρεπε να μη χάσει τη φυσική του υπόσταση. Σήμερα μετατρέπεται άμεσα σε επαίσχυντο επαίτη, τρέφεται σε συσσίτια. Σε αντιπαράθεση με τον άνεργο του παρελθόντος ο σημερινός μη απασχολήσιμος δε στιγματίζεται μόνο ως άχρηστος, αλλά αυτοστιγματίζεται ως ανάξιος. Επιπλέον η αποτυχία και η φτώχεια ενεργοποιούν  τόσο αισθήματα αιδούς όσο και  ενοχής. Άμεσα με αυτό συνδέεται το γεγονός της κατακόρυφης αύξησης αυτοκτονιών στη χώρα.[5]


Βιβλιογραφία
Μπάουμαν, Ζ. Η εργασία, ο καταναλωτισμός και οι νεόπτωχοι, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2002
Τσουκαλάς, Κ. Η επινόηση της ετερότητας, Αθήνα, Καστανιώτης, 2010


[1] Ή, στη νεοφελελεύθερη αργκό των τελευταίων δεκαετιών, το συνολικά διαθέσιμο γνωσιακό κεφάλαιο.

[2]     Παναγιώτα Καρλατήρα , άρθρο “Μετανάστες 7.500 χιλιάδες Έλληνες γιατροί σε έξι χρόνια”, 03/082014,http://www.protothema.gr/greece/article/400020/metanastes-7500-ellines-giatroi-se-exi-hronia-/

[3]     Τόνια Τσακίρη, άρθρο “Οι Ελληνες φεύγουν στο εξωτερικό για εργασία. Μεγάλη αύξηση ροής σε Βρετανία, Γερμανία, Νορβηγία και Βέλγιο”16/01/2014, http://www.tovima.gr/finance/article/?aid=557343

[4]     Σάκης Αποστολάκης, άρθρο “Κύμα φυγής επιστημόνων στο εξωτερικό”, 23/05/2013, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=365224

[5]     Άρθρο “Διπλασιάστηκαν οι αυτοκτονίες στα χρόνια της κρίσης. Εφιαλτικά στοιχεία” http://tvxs.gr/news/ellada/diplasiastikan-oi-aytoktonies-sta-xronia-tis-krisis

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Γεωργόπουλος, Χριστόφορος. Περί τρομοκρατίας κριτικός λόγος



Γεωργόπουλος, Χριστόφορος. Περί τρομοκρατίας κριτικός λόγος

     Η τρομοκρατία συνιστά τον πλέον φορτισμένο, υπό ηθική και ιδεολογική σκοπιά, όρο του πολιτικού παιχνιδιού. Η λήξη του Ψυχρού Πολέμου και η κατάρρευση των καθεστώτων «υπαρκτού σοσιαλισμού» την ανέδειξαν σε κορυφαίο παράγοντα διαμόρφωσης της διεθνούς πολιτικής σκηνής, αντικαθιστώντας τον δαίμονα του κομμουνισμού και την κομμουνιστοφοβία.
     Η συμβατική εγκληματολογία, αναπαράγοντας πιστά τον καθεστωτικό λόγο, εξακολουθεί να περιορίζει την έννοια της τρομοκρατίας σε μία υλική, άμεσα ορατή και αντιληπτή, αντικαθεστωτική βία, ασκούμενη από άτομα ή κλειστές ομάδες με ιεραρχική οργάνωση και συνωμοτικό χαρακτήρα. Οι αεροπειρατείες παλαιστινίων εξτρεμιστών, οι βόμβες των αντάρτικών πόλης και οι δολοφονίες κρατικών αξιωματούχων ή παραγόντων της άρχουσας τάξης συχνά καλύπτουν, αν δεν εξαντλούν, την περί τρομοκρατίας ανάλυση.
     Η τεράστια σημασία του όρου εντός του πολιτικού παιχνιδιού και η αναπόφευκτη πολιτική του εκμετάλλευση επιτάσσουν στην κριτική εγκληματολογία να χαράξει μία σαφή, ριζοσπαστική γραμμή. Μία συνεπής κριτική προσέγγιση οφείλει να κινηθεί στους ακόλουθους άξονες:
Α) Να αμφισβητήσει, να διευρύνει και να επαναπροσδιορίσει την κρατούσα περί βίας αντίληψη. Να σπάσει κατά συνέπεια τα στεγανά της υποκειμενικής βίας, εκείνης που διαπράττεται από έναν εξατομικευμένο δράστη σε βάρος ενός επίσης εξατομικευμένου θύματος, και να κάνει λόγο για μορφές αντικειμενικής, συστημικής βίας, της βίας εκείνης που απορρέει από την ομαλή λειτουργία του καπιταλισμού και ιδίως από την σύγχρονη, νεοφιλελεύθερη εκδοχή του. Πρόκειται για το πρώτο και λογικά αναγκαίο βήμα ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την εξέταση της κρατικής και της οικονομικής τρομοκρατίας.
Β) Να ταχθεί ανεπιφύλακτα ενάντια στη ρητή ή υπόρρητη παραδοχή που θέλει την τρομοκρατία να διαπράττεται από άτομα ή ολιγάριθμες ομάδες. Πράγματι, οι κυρίαρχοι φορείς κατήχησης (ΜΜΕ, πολιτικοί, ακαδημαϊκοί) αποκλείουν από τους «υποψηφίους» προς τρομοκρατική ενέργεια κράτη, ενώσεις κρατών και διεθνείς οργανισμούς. Μία πράξη της οποίας η ταυτότητα καθορίζεται με βάση όχι τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά αλλά το πρόσωπο του φορέα που την διαπράττει, στερείται κάθε αναλυτικής αξίας και εκπίπτει σε όρο πολιτικής προπαγάνδας. Η διεύρυνση της έννοιας ώστε να περιλάβει μορφές κρατικής τρομοκρατίας, εθνικής και διεθνούς, εντάσσεται κατά συνέπεια στους πρωταρχικούς στόχους μίας κριτικής προσέγγισης.
Γ) Να καταδείξει τον αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα του φαινομένου, σε βάρος των απροκάλυπτων ή συγκαλυμμένων προσπαθειών αποπολιτικοποίησής του. Η καθεστωτική γραμμή παρουσιάζει σταθερά την τρομοκρατία με όρους κοινού εγκλήματος, συνδέοντας τους τρομοκράτες με ποινικούς και μέλη του οργανωμένου εγκλήματος. Αναλώνεται σε ζητήματα modus operandi και σε προσωπικές ιστορίες θυμάτων, την ώρα που κλείνει τα μάτια μπροστά στην αποδυνάμωση και τον εκφυλισμό της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος. Σε τελική ανάλυση, το φαινόμενο ανακυκλώνεται σε όρους ατομικής ψυχολογίας, με το πορτραίτο του βίαιου εξτρεμιστή, του παρανοϊκού φονταμενταλιστή, του ψυχωτικού θρησκόληπτου να μην γνωρίζει ουσιαστική αμφισβήτηση. Παράλληλα, νομιμοποιείται η ποινικοποίηση κάθε μορφής πολιτικής ανυπακοής, μέσα από τους περίφημους τρομονόμους- παραγγελία των ΗΠΑ, εκείνους που επιτρέπουν την παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, έρευνες χωρίς ένταλμα, ανάκριση χωρίς παρουσία συνηγόρου, κράτηση χωρίς να έχει απαγγελθεί κατηγορία, παραβίαση του απορρήτου της αλληλογραφίας και εν γένει καταπάτηση κάθε δικαιώματος κατοχυρωμένου από τις στοιχειώδεις αρχές της αστικής νομιμότητας. Ελάχιστη συνθήκη για μία κριτική προσέγγιση αποτελεί η αμφισβήτηση, αποδόμηση και απόρριψη των σχετικών παραδοχών, για να εξεταστεί το φαινόμενο σε πολιτικούς όρους.
Δ) Να τονίσει πως τρομοκρατικές μέθοδοι δύνανται να επιστρατευτούν τόσο εν καιρώ ειρήνης όσο και σε εμπόλεμη κατάσταση. Γενοκτονίες, λεηλασίες, σφαγές αμάχων, μερικές από τις πλέον εκτεταμένες τρομοκρατικές ενέργειες της ιστορίας, έχουν αποχαρακτηρισθεί με το πρόσχημα της διενέργειάς τους εντός πολεμικών επιχειρήσεων. Ιμπεριαλιστικά καθεστώτα και στρατιωτικές υπερδυνάμεις έχουν επανειλημμένως χαρακτηρίσει ενέργειες διεθνούς κρατικής τρομοκρατίας ως πολεμικές επιχειρήσεις, με το συχνά ανύπαρκτο αλλά αποτελεσματικό σε επίπεδο προπαγάνδας πρόσχημα της αυτοάμυνας, πράξεις ωμής βίας σε βάρος των αδυνάμων.
Ε) Να καταδείξει, εξετάζοντας ζεύγη παραδειγμάτων ποιοτικά όμοιων αλλά τελούμενων από διαφορετικούς δράστες, την λογική των «δύο μέτρων και σταθμών» για όσους εντάσσονται στην συμβατική προσέγγιση. Μία κριτική ανάλυση οφείλει να θέσει ως αφετηρία την παρατήρηση πως ο ισχυρός αρνείται να εφαρμόσει για τον εαυτό του τα κριτήρια που ο ίδιος έχει θέσει για τον αδύναμο. Για όποιον επικαλείται ηθική ακεραιότητα, η ενότητα κριτηρίων αποτελεί μονόδρομο. Με ποια ηθική νομιμοποίηση η απαγωγή και εκτέλεση ανώτατου κρατικού αξιωματούχου από ομάδες «αντάρτικων πόλης» συνιστά τρομοκρατική ενέργεια, ενώ η ίδια ακριβώς πράξη όταν τελείται από πράκτορες κρατικών μυστικών υπηρεσιών σε βάρος συνδικαλιστών λαμβάνει διαφορετικό χαρακτηρισμό; Στην βάση ποιού ηθικού κανόνα βόμβα που εκτοξεύεται από παλαιστινίους αυτονομιστές σε βάρος του ισραηλινού στρατού κατοχής χαρακτηρίζεται τρομοκρατικό χτύπημα, ενώ η ίδια ακριβώς πράξη, όταν προέρχεται από πράκτορες της CIA λαμβάνει διαφορετικό χαρακτηρισμό;
ΣΤ) Να ταχθεί ανεπιφύλακτα υπέρ των αδυνάμων και του αγώνα τους για αυτοδιάθεση, να στηρίξει τους καταπιεζόμενους λαούς, τις διωκόμενες εθνικές μειονότητες, να εκφράσει αλληλεγγύη προς τον ιρλανδικό λαό, τους κούρδους αυτονομιστές, την πολύπαθη Παλαιστίνη. Υπενθυμίζουμε πως για τον κριτικό εγκληματολόγο, έγκλημα είναι καθετί που παραβιάζει τον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοδιάθεση ατόμων, εθνικών ομάδων, λαών. Και πως σε έναν κόσμο βάρβαρο, εκείνος που τηρεί ουδέτερη στάση τίθεται με το μέρος του ισχυρού. Εκφράζουμε ανοιχτά την συμπάθειά μας προς τους μη δυτικούς, τις αξίες, τις πεποιθήσεις, την δική τους οπτική γωνία.
     Οι παραπάνω θέσεις δεν συνιστούν παρά βασικές κατευθυντήριες γραμμές, που χρήζουν ανάλυσης και εμπεριέχουν αναρίθμητα, εθνικά και διεθνή, ιστορικά παραδείγματα. Θεωρούμε ωστόσο πως αποτελούν ικανό οδηγό για  την αποδόμηση, την διεύρυνση και τον επαναπροσδιορισμό μίας έννοιας που, όσο λίγες, αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο επαίσχυντης πολιτικής εκμετάλλευσης.
     Κλείνουμε με μερικές παρατηρήσεις που ευελπιστούμε ότι θα αποτελέσουν αφετηρία προβληματισμού ως προς την σχετικοποίηση και χειραγώγηση της έννοιας από τα κέντρα εξουσίας. “One man’s terrorist is another man’s freedom fighter”. Οι ίδιοι άνθρωποι για κάποιους είναι δολοφόνοι και εγκληματίες, για άλλους αγωνιστές και υπερασπιστές του δικαίου των λαών. Προσωπικότητες διεθνούς κύρους κάποτε διέθεταν την ετικέτα του «τρομοκράτη», σύμφωνα με τις επίσημες διακηρύξεις ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων και τους καταλόγους των μυστικών τους υπηρεσιών. Οι Nelson Mandela, Sean McBride, Menachem Begin, όλοι βραβευθέντες με Νόμπελ Ειρήνης, θεωρούνταν επισήμως «τρομοκράτες». Στην Ελλάδα, η μοναδική περίπτωση αναγνωρισθέντος πολιτικού εγκλήματος αποτελεί η απόπειρα του σπουδαίου αγωνιστή Αλέξανδρου Παναγούλη σε βάρος του δικτάτορα Παπαδόπουλου το 1968. Με μία σύντομη ματιά στα πρωτοσέλιδα της εποχής θα διαπιστώσουμε πώς προβλήθηκε ο Παναγούλης και ποια ετικέτα επιφύλαξαν στην ενέργεια του. Και μπορούμε εύκολα να μαντέψουμε ποιος χαρακτηρισμός  θα συνόδευε σήμερα τον ίδιο και την περίφημη απόπειρα, στην περίπτωση που είχε προχωρήσει η φιλελευθεροποίηση του Παπαδόπουλου και η Χούντα εξακολουθούσε να βρίσκεται στην εξουσία.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Αγγελική Καλλιμανώλη. Βιοπειρατεία (Βiopiracy): Ένα ταχέως αναπτυσσόμενο φαινόμενο



Αγγελική Καλλιμανώλη
Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Εγκληματολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  
      Βιοπειρατεία (Βiopiracy): Ένα ταχέως αναπτυσσόμενο φαινόμενο

  Το 1986 ο Loren Miller απέκτησε αμερικανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την υποτιθέμενη ανακάλυψη μιας ποικιλίας αμπέλου του Αμαζονίου γνωστή και ως Ayahuasca. Η ύπαρξη αυτής της πατέντας αποκαλύφθηκε το 1994 από τους αντιπρόσωπους των αυτόχθονων της περιοχής εκείνης, στην οποία οι τελευταίοι  καλλιεργούσαν επί αιώνες την ποικιλία Ayahuasca για θεραπευτικούς και θρησκευτικούς σκοπούς.[1] Πώς, λοιπόν, ένας ‘‘ξένος’’ έρχεται και κατοχυρώνει δικαιώματα στο προϊόν το οποίο μία φυλή αναπτύσσει εδώ και χιλιάδες έτη;
  Oι πολυεθνικές εταιρείες, ως στενοί ‟συνεργάτες” του καταναλωτισμού, έχουν εξαπολύσει ένα ανελέητο κυνήγι του φυσικού πλούτου κατοχυρώνοντας υλικά και πνευματικά δικαιώματα ‟ιδιοκτησίας” σε τόπους, φυτά και ζώα τα οποία δεν τους ανήκουν. Από το 1400 και έπειτα, όπου και σηματοδοτήθηκε η εποχή του ιμπεριαλισμού, οι υπο - αναπτυσσόμενες και ανεκμετάλλευτες περιοχές του κόσμου ήταν έτοιμες προς αφαίμαξη του φυσικού τους πλούτου. Φυσικά και οι ιθαγενείς δεν είχαν καμία δικαιοδοσία και κανένα δικαίωμα ενώ συχνά εκδιώχνονταν από τον τόπο τους, προκειμένου τα καπιταλιστικά μέσα έρευνας και παραγωγής να δρουν ανενόχλητα.
  ‘‘Λαμπρό’’ παράδειγμα του παρελθόντος αποτελούν και οι παραβιάσεις των συνθηκών μεταξύ αμερικανικών κυβερνήσεων (κρατικών και ομοσπονδιακών) και Ινδιάνικων φυλών από πλευράς των πρώτων, προκειμένου να επωφεληθούν οι πολυεθνικές από την απόσπαση σπάνιων πόρων της γης που κατοικούσαν οι Ινδιάνοι.[2] Σύμφωνα με τον Rush, πέρα από τις ‟πολιτισμένες‟ εισβολές σε αυτόχθονες λαούς και περιοχές, oι σύγχρονες αποικιοκρατικές παρεμβάσεις υποδηλώνουν ότι - ακόμα και αν υπάρχουν επισυναπτόμενες συνθήκες ή κατοχυρωμένα δικαιώματα επί της γης - κυβερνήσεις και εταιρείες δρουν ελεύθερες εκμεταλλευόμενες τέτοιες περιοχές λ.χ. για την ξυλεία ή τα αποθέματα νερού τους.[3]  
Εάν τα παραπάνω δεν συνιστούν κρατικό-επιχειρηματικό έγκλημα, τότε τι άλλο μπορεί να συνιστούν; Ζούμε σε μια νεοαποικιακή κοινωνία όπου οι κρατικές και πολυεθνικές επιχειρήσεις δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα και κανέναν προκειμένου να ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους και να αντικρύζουν το χρηματικό τους απόθεμα να πολλαπλασιάζεται με ξέφρενους ρυθμούς.  Είναι φανερό, θα τολμούσαμε να πούμε, ότι εγκαινιάσθηκε πλέον μια εποχή βιο–ιμπεριαλισμού, όπου οι αυτόχθονες πληθυσμοί δεν διαθέτουν κανένα είδος ελέγχου στον τόπο τους και παραγκωνίζονται από τους φιλόδοξους επιχειρηματικούς γίγαντες, οι οποίοι απολαμβάνουν πλήρους νομιμοποίησης των πράξεων τους.


[1] South N., ‘‘The Corporate Colonisation of Nature: Bio-prospecting, Bio-piracy and the Development of Green Criminology’’, σε P. Beirne και N. South (επιμ.), Issues in Green Criminology, Willan Publishing, Devon, 2006, σ. 239.

[2] Robyn L., ‘‘Violations of Treaty Rights’’, σε R. J. Michalowski και R. C. Kramer (επιμ.), State-Corporate Crime: Wrongdoing at the Intersection of Business and Government, Rutgers University Press, New Brunswick, 2006, σσ. 195-197.
[3] Rush S., ‘’Aboriginal Resistance to the Abuse of Their National Resources: The Struggles for Trees and Water’’, σε S. Boyd, D. Chunn και R. Menzies (επιμ.), Toxic Criminology: Environment, Law and the State in Canada, Fernwood Publishing, Halifax, 2002.